Ευαγγελική Εκκλησία

Προτεσταντική ομολογία την οποία ίδρυσε, αρχικά με την ονομασία Ευαγγελική Εταιρεία, ο Αμερικανός μεθοδιστής Ιάκωβος Άλμπρεχτ (1759-1808). Αργότερα, το 1922, μετονομάστηκε Ευαγγελική Εκκλησία. Η διδασκαλία της είναι κράμα μεθοδισμού και ηθικού συντηρητισμού λουθηρανικού τύπου, καλβινιστικού και αρμινιακού. Η προσευχή και η τήρηση των εντολών αποτελούν μαζί με τα δύο ιερά μυστήρια του βαπτίσματος και της θείας ευχαριστίας (που έχει στους ευαγγελιστές διαφορετική έννοια), τα βασικά στοιχεία της χριστιανικής ζωής. Οι ενορίες προεδρεύονται από τους διακόνους, οι διοικητικές περιφέρειες από τους αρχαιότερους προέδρους, ενώ οι αρχαιότεροι επίσκοποι είναι επικεφαλής μερικών περιφερειακών. Σήμερα, η Ε.Ε. παρουσιάζει μεγάλη δραστηριότητα στις ΗΠΑ και στη Γερμανία, ενώ έχει δημιουργήσει εκδοτικούς οίκους, συλλόγους και οργανώνει σεμινάρια και ιεραποστολές στην Ασία και στην Αφρική. Ο όρος ευαγγελικός έχει γίνει στη Γερμανία ειδική χαρακτηριστική ονομασία του γερμανικού προτεσταντισμού και σύμβολο των προσπαθειών για την ενοποίηση των προτεσταντών. Ευαγγελική Γερμανική Εκκλησία είναι η επίσημη ονομασία της ομοσπονδίας όλων των μεταρρυθμισμένων και ενωμένων λουθηρανικών Εκκλησιών της χώρας. Ευαγγελική και Μεταρρυθμιστική Εκκλησία ονομάζεται η Προτεσταντική Γερμανική Εκκλησία των Ηνωμένων Πολιτειών, η οποία ιδρύθηκε με την ένωση (1934) της ευαγγελικής συνόδου της Νότιας Αμερικής και της Μεταρρυθμιστικής Εκκλησίας των Ηνωμένων Πολιτειών.

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • Ευαγγελική Ένωση — I (Evangelical Alliance). Εταιρεία που ιδρύθηκε στο Λονδίνο στα μέσα του 19ου αι., από προτεστάντες διάφορων θρησκευτικών προελεύσεων. Η βασική διδασκαλία της αποτελείται από εννέα σημεία, δύο από τα οποία (το δεύτερο αναγγέλλει το δικαίωμα και… …   Dictionary of Greek

  • Γερμανία — Επίσημη ονομασία: Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας Προηγούμενη ονομασία (1948 90): Γερμανική Ομοσπονδιακή Δημοκρατία (ή Δυτική Γερμανία) & Γερμανική Λαϊκή Δημοκρατία) Έκταση: 357.021 τ.χλμ Πληθυσμός: 82.440.309 κάτ. (2000) Πρωτεύουσα:… …   Dictionary of Greek

  • Greek Evangelical Church — The Greek Evangelical Church (Greek: Ελληνική Ευαγγελική Εκκλησία Elliniki Evangeliki Ekklisia ) is a Protestant denomination in Greece.It dates back to 1858 when the first Greek Evangelical, Mihail Kalapothakis started publishing the magazine… …   Wikipedia

  • Αυγουστιαία Ομολογία — (Confessio Augustana). Ομολογία της Λουθηρανικής Εκκλησίας, που συντάχτηκε με εντολή του αυτοκράτορα Κάρολου Ε’, στο συνέδριο της 8ης Απριλίου 1530 στην πόλη Αυγούστα. Συντάκτης της ήταν ο Μελάγχθων και άλλοι θεολόγοι, σε συνεννόηση με τον… …   Dictionary of Greek

  • Τρείς Μάγοι — Βιβλικά πρόσωπα, γνώστες της μαντικής και της αστρολογίας. Άλλοτε στην Περσία οι μάγοι αποτελούσαν χωριστή τάξη, την οποία τιμούσαν ιδιαίτερα. Οι βιβλικοί Τ.Μ. ήταν, κατά την παράδοση βασιλιάδες. Τα ονόματά τους ήταν Μελχιώρ, Γασπάρ και Μπαλτάσαρ …   Dictionary of Greek

  • Δανία — Επίσημη ονομασία: Βασίλειο της Δανίας Έκταση: 43.094 τ. χλμ Πληθυσμός: 5.352.815 κάτ. (2002) Πρωτεύουσα: Κοπεγχάγη (499.148 κάτ. το 2001)Κράτος της βόρειας Ευρώπης, στην ιστορική ομάδα των σκανδιναβικών χωρών. Συνορεύει στα Ν με τη Γερμανία, ενώ… …   Dictionary of Greek

  • Βυζαντινή αυτοκρατορία — I Β.α., ή αλλιώς Μεταγενέστερο Ρωμαϊκό ή Ανατολικό Ρωμαϊκό Κράτος, αποκαλείται συμβατικά το ανατολικό τμήμα της Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας. Πρωτεύουσα του τμήματος αυτού, που μετά την κατάλυση του Δυτικού Ρωμαϊκού κράτους συνέχισε περίπου για έντεκα… …   Dictionary of Greek

  • Αυστρία — I (Αστρον.). Αστεροειδής που επισημάνθηκε στις 18 Μαρτίου 1874. Το αστρικό φωτογραφικό του μέγεθος στη μέση αντίθεσή του είναι 13,1 και σε απόσταση μιας αστρονομικής μονάδας από τη Γη και 10,8 από τον Ήλιο. II Κράτος της κεντρικής… …   Dictionary of Greek

  • Μαρία — I Όνομα αγίων της Ανατ. Ορθόδοξης Εκκλησίας. 1. Ονομαζόταν και Μαριάμ. Ήταν η μητέρα του Χριστού, η Θεοτόκος. Οι μόνες πληροφορίες για τον βίο της περιέχονται στα ευαγγέλια και στα απόκρυφα κείμενα. Βλ. λ. Θεοτόκος. 2. Μ. η Μαγδαληνή. Καταγόταν… …   Dictionary of Greek

  • μοραβικός — ή, ό [Μοραβία] φρ. «μοραβική εκκλησία» εκκλ. ονομασία τής προτεσταντικής ομολογίας και κίνησης τών «Μοραβών (ή Βοημών) Αδελφών» που οργανώθηκαν για πρώτη φορά στη Βοημία το 1450 σε κοινότητα και αργότερα συγκρότησαν Εκκλησία στην Πράγα, ηττήθηκαν …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.